Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΒ*. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΒ*. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ζεϊμπέκικο ( Μ' αεροπλάνα και βαπόρια ) - 1972


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος


401
Αγωνία για ηλεκτροσόκ. Νεκροζώντανοι στο Κύτταρο. Σκηνές ροκ.
Φωτογραφία με την Μπέλλου.

Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια
και με τους φίλους τους παλιούς
τριγυρνάμε στα σκοτάδια
κι όμως εσύ δε μας ακούς

Δε μας ακούς που τραγουδάμε
με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε
τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης (Απρόσιτη μητέρα μορφή από χώμα και ουρανό
ήρθε απ’ τη Σμύρνη το `22 ( θα χαθώ απ’ τα μάτια σου τα δυο)
κι έζησε πενήντα χρόνια (μες στον κόσμο)
σ’ ένα κατώι μυστικό (σαν πρόσφυγας σ’ ένα κατώι μυστικό)

Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε (αν αγαπούνε)
τρώνε βρώμικο ψωμί (τρώνε βρώμικο ψωμί)
(του λόγου σου οι πιστοί)
κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε (κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή)
υπόγεια διαδρομή

Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο
σαν ξωτικό να τριγυρνά
πάνω στη μοτοσικλέτα
και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά (σαν τον Μάρκο)
βάλε στα όργανα φωτιά ( βάλε στα όργανα φωτιά)
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα (να κλείσει η λαβωματιά μα τιναχτεί σαν μαυρο πνευμα)
η τρομερή μας η λαλιά (η τρομερή μας η λαλιά)


(Μες στις παρενθέσεις είναι τα λόγια του Σαββόπουλου)

Έρχεται βροχή - 1971


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα
έρχεται μπόρα και παγωνιά
Στα πόδια μας ζεστή μια θερμοφόρα
κόκκινη κουβέρτα και παλιά περιοδικά

Και στο γραμμόφωνο ο δίσκος που μ’ αρέσει
Όλα έχουν τελειώσει κι είν’ αργά
Στην πολυθρόνα και για τους δυο μας έχει θέση
Κλείσε τις κουρτίνες και πάρε με αγκαλιά

Σάμπως μέσα σε βουβή ταινία,
μια πολιτεία χοροπηδά
Δρόμοι, ανθρωπάκια και γραφεία,
πολυκατοικίες και κουρσάκια ιδιωτικά

Πόσο πολύ έχει αλλάξει αυτή η πόλη.
Βάλε την τσαγιέρα στη φωτιά
Η νύχτα έρχεται, η μπόρα δυναμώνει
κι όλα είναι χαμένα και προπολεμικά

Τα παιδιά μεγάλωσαν και πάνε.
Τι ώρα να `ναι και ποιος χτυπά
Στους δρόμους στρατιώτες τραγουδάνε.
Κλείδωσε την πόρτα και στάσου στη σκιά

Στα καταφύγια βουβά και τρομαγμένα
κι έξω οι σειρήνες σαν μωρά
Σβήσε τα φώτα, μην ανοίξεις σε κανένα.
Κλείσε τις κουρτίνες και πάρε με αγκαλιά

Εμείς του `60 - 1989


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Εμείς, του `60 οι εκδρομείς,
απόμακροι εξ αρχής
εκτός παραδομένου κόσμου εμείς,
ανήλικοι διαρκώς,
μα κι απ’ το καθεστώς
αμόλυντοι ευτυχώς, εμείς.

Εμείς, μιας δίψυχης ωδής
παράλογα ανοιχτής,
με συμπεριφορές ανατροπής,
και της βαθιάς μας ζωής
της συντηρητικής,
εμείς οι εκκρεμείς.

Χρονιές, με αίμα και φωτιές
και Χούντας κι Ιουλιανές,
και της μεταπολίτευσης φωνές,
αυτού του συρφετού,
του δημοκρατικού
του νέου εγωισμού, εμείς.

Εμείς, υπόγειας διαδρομής,
το ‘83 παχείς,
με "Τραπεζάκια Έξω" ευτυχείς,
σε κύμα ξαφνικό, στο "Ολυμπιακό",
στο απόλυτο κενό.

Ο ιερέας χρυσώ κεκοσμημένος,
η κιμωλία, οι συλλαβές, ο δάσκαλος Φωτίου
κι ο στρατιώτης ακίνητος
και μόνο αυτός ο ήχος σημαίας και ιστίου.
Εδώ η μνήμη έχει ένα κενό.
Πώς αποσχηματίσθη αίφνης;
Υπνώθη σε καρέκλα σωματείου
ή πήγε και απετάγη;
Η μνήμη κρυπτοελογοτομήθη.
Πώς σκέπττονται οι άλλοι;
Όπως νομίζουν το σκότος
δεν χρεώνεται αλλού.
Τι φταίνε τώρα οι μαύροι κυβερνώντες,
οι "Κάππα", τα "ΠΑΣΟΚ" και τα "Νου Δου;"
Εμείς το εμφυσήσαμε το νέφος
που εντός του επωάσθηκαν όλοι αυτοί,
εμείς με τις αιώνιες τις δυσθυμίες μας
με το κενό και με το αμφισβητώ
σαν πετρωμένοι μέσα στο καθιστικό
να ζεις τον θάνατό σου,
για τους άλλους, δεν έχει τέτοιο επάγγελμα εδώ,
δεν έχει πια τραγούδι θεϊκό.

Χιονιάς, βραδιές αστροφεγγιάς,
το βούισμα της συκιάς,
σ’ αυτή την ηλικία, ή μιλάς
της καθεμιάς γενιάς
καινούριας και παλιάς,
ή κλείνεις και σιωπάς, για μας.

Σχεδόν 45 ετών,
με μπλοκ επιταγών,
χωρίς κανένα αντίκρισμα εξόν
την γη του θησαυρού,
τους τίτλους τ’ ουρανού
το αίμα του Θεού.

Έλσα σε φοβάμαι - 1972


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Κάτι μ’ αρρωσταίνει σ’ αυτή την πολιτεία
και παίρνω σβάρνα τα φαρμακεία
Νιώθω για σένα κάτι τρομερό
και ήρθε η ώρα να στο πω

Έλσα σε φοβάμαι, Έλσα σ’ αγαπώ
μια στιγμή μαζί σου είναι μακελειό
Κι όταν χορεύεις στην πίστα μοναχή
ντουβάρια πέφτουν και σπάζει η οροφή.

Έλσα σε φοβάμαι σαν φωνή Κυρίου
σ’ ένα δωμάτιο φτηνού ξενοδοχείου
ξάπλωσαμε κι ακούμε σειρήνες, βογκητά
τι να σημαίνουν όλα αυτά

Νόμιζα πως ήμουν ελεύθερο πουλί
κι όμως ελεύθερη είσαι μονάχα εσύ
Και όλα τ’ άλλα φήμες και ψευτιές
και ανοησίες και στατιστικές

Έλσα σε φοβάμαι για όσα μ’ αναγκάζεις
γι’ αυτό το αίμα γι’ αυτές εδώ τις φράσεις
είναι μια παγίδα και μια υποταγή
είν’ η αγάπη μου η τρελή

Εκπέμπω


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Από το σπίτι μου εκπέμπω
Χώνω στη μύτη μου έναν δέκτη
Να ανασταίνει όλα τα zombie που `χουν μείνει.
Ομορφοβίες με κρατάνε ξύπνιο.
Όλα τα zombie που ’χουν μείνει.

Είμαστε οι πρώτοι και ακολουθάνε
αναστημένοι χίλιοι νεκροί
Νέοι καιροί ξημερώνουνε πάλι
Να η φωτιά
Να η ζωή

Είδα τη Σούλα και τον Δεσποτίδη - 1994


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Είδα τη Σούλα και τον Δεσποτίδη,
στο όνειρό μου τους είδα ζωντανούς
κι άστραψε το όνειρο σαν δαχτυλίδι
που ήρθε να ντύσει πάλι τους γυμνούς.

Ανησυχούσα μην καταλάβουν
πως ήταν πεθαμένοι από καιρό
το ανεμιστήκαν· και για να με προλάβουν
με πλύναν μ’ ένα γέλιο καθαρό.

Πού ήταν το θάρρος κι η πίστη μου αίφνης;
Μαζί τους ήμουνα στην άλλη Αριστερά
που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης
με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά.

Ένα κουβούκλιο μου `χαν κατεβάσει
πλάι στο τριφύλλι, σε γήπεδο βαθύ
φωνές και κόρνες είχαν σωπάσει
στον Υμηττό είδα φως τριανταφυλλί.

Είδα τους φίλους, τα πρόσωπα όλα,
την Ιπποκράτους, τη θάλασσα μακριά,
τα σκαλοπάτια του Αϊ Νικόλα,
καρέκλες άδειες στο υπαίθριο σινεμά.

Κι είδα ένα τέλος στο σινεμά τους
στο μαξιλάρι μου έκλαψα βαθιά,
τα πρόσωπά μας, τα ονόματά μας,
πόση προσπάθεια, πόση μοναξιά;

Και τι ιδρώτας απ’ τη μεριά μου
μες στων ονείρων τις αόρατες κλωστές...
όταν ανοίξανε τα βλέφαρά μου
στο στόμα πλάι μου ακόμα ήταν υγρές.

Φιλί και σάλιο από μετάξι
σαν σκουληκάκι στα φύλλα της μουριάς
που έγινε νύμφη για να πετάξει
μέσα στου ήλιου τα εκατομμύρια φλας.

Δρακοκύκλωπες και κυκλωποδρακόπουλα - 1996


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

"Με το ρουθούνι στο θυμάρι του βουνού,
με το ποδάρι μου στην άκρη του γιαλού,
απλώνω τις χερούκλες μου δεξιά ζερβά
και κουκουλώνω πόλεις και χωριά".

Με τον πισινό στο χώμα λιώνει τον μισό πλανήτη,
του Πολύφημου είν’ ανίψι, βγαίνει από μεγάλο σπίτι.
Συγγενεύει και με άλλους δρακοκύκλωπες τρανούς.
Ίδιο μπόι, ίδιο σόι, ίδιο μάτι, ίδιος νους.

"Η σκιά μου απλώνεται ως πέρα την Ασία,
το αυτί μου πιάνει το ταμ ταμ στην Αφρική.
Βλέπω δυο τρία καγκουρό στην Αυστραλία
και σκάω μύτη στην Αμερική".

Σ’ όποια θάλασσα βουτήξει, πάντα ο μπάρμπας μας
πατώνει και λιγάκι να φυσήξει, πάει το νέφος στη Μεθώνη.
Τα γυαλιά τα ροκανίζει και τα σίδερα μασάει.
Ναύτες, βράχια, δέντρα, σπίτια, το στομάχι του χωράει.

"Το μάτι μου βαραίνει, το βλέφαρό μου κλείνει.
Καλό ήτανε το άτιμο το γάλα σου Κανέλλα,
ό,τι πρέπει ήτανε για μένα. Εγώ είμαι δρακοκύκλωπας
τρανός, τραυλός, ζαβός, χαζός, μιχτός, μισός, γλαρός, ξερός...

Δημοσθένους λέξις - 1972


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει
οι δρόμοι θα `ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ’ αποκοιμηθεί μες στα ερείπια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί
μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν

Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετήσω το φρουρό
χωρίς βουλή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ

Δεν περνούν οι μέρες, δεν περνούν οι ώρες - 1996


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Δεν περνούν οι μέρες, δεν περνούν οι ώρες.
Πόσα χρόνια, πόσες πίκρες, πόσους δρόμους
θα διαβώ ώσπου ν’ αντικρίσω πάλι
του σπιτιού μου το καπνό.

Δεν περνούν οι μέρες, δεν περνούν οι ώρες.
Τόσους κόπους, τόσες πείνες, τόσους πόνους
τους ξεχνώ αν στο τέλος,
της πηγής μας το νεράκι ξαναπιώ.

Ιθαγδάτη, νησάκι που ανεβαίνει στην πηγή.
Ιθαγδάτη, δεν έχω εγώ άλλο φως και άλλον οδηγό.

Δεν είναι ρυθμός - 1983


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Χόρεψες ρυθμούς που πληγώναν τα βήματά σου
Αλλά ποιος θαρρείς χαϊδεύει τα πόδια τα δικά σου
Ποιος Θεός δικός μας σού `δωσε το χάδι του
Κι έχει αλλοφρονήσει η θερμή σου η φύση

Δεν είναι ρυθμός να τον μετρήσω
Ούτε λόγος να λιποθυμήσω

Τ’ άστρο μου ως εδώ ήταν κρότος κι αναμπουμπούλα
Αλά εσύ αθόρυβα ερχόσουν με την αυγούλα
Ποιον αμείβεις τώρα με χρυσά χαμόγελα
Παίζεις τα βραχιόλια και βροντούν πιστόλια

Το παιδί φρικιό στον ρυθμό σου αποκτάει σπίτι
Ποιες φωτιές τραβούν οι παλμοί σου και ποιο μαγνήτη
Και της πολιτείας όλα τα αδέσποτα
Μπαίνουν μαγεμένα κάτω από σένα

Για τον σοσιαλισμό - 1979


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Βαριά μετράει, βαριά μετράει μα όσο κι αν αναγκεύεται
η φτώχεια σύντροφε αφ’ εαυτής δεν ερμηνεύεται.
Εγώ βαθιά την έχωσα στη φόδρα μου την κάνη μου
κι όχι για μια στιγμή ανάγκης εννοείς
αλλά για τότε που το βιος κυλάει σαν της βρύσης
κι είναι σπυρί της άμμου κι είναι βουνό επίσης.

Πάμε για κει μ’ έναν πυροβολισμό
η αγάπη δουλεύει για τον σοσιαλισμό.

Μια μύγα και μυγιάζεται, μια μύγα και μυγιάζεται
έχει η φτώχεια και δύναται να εκφράζεται
κόσμος λειψός σαν θάνατος, πανσέληνος προβάλλεται
με των εκρήξεων τη χάρη εννοείς
με κείνη εκεί τη χάρη και τη βία των πρωτοπλάστων
πάνω σ’ έναν ήδη νεκρό, ελευθερώνοντας τον.

Πάμε για κει μ’ έναν πυροβολισμό
η αγάπη δουλεύει για τον σοσιαλισμό.

Τα φράγκα αν και δυσεύρετα είναι γνωστό τοις πάσι
την ευτυχία δεν κάνουν να τους μοιάσει
τέρμα λοιπόν το μάθημα, πηδάω από την έδρα
της πολιτικής οικονομίας εννοείς
φορώ το καπελάκι μου να βγω στην ανηφόρα
να βρω και την αγάπη μου, που περιμένει ώρα.

Πάμε για κει μ’ έναν πυροβολισμό
η αγάπη δουλεύει για τον σοσιαλισμό.

Για τον Κουν


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Αυτός που πέθανε προχθές
στην έσκασε και μη τον κλαις,
όποιος με το θαύμα ζήσει
δεν πεθαίνει, θα γυρίσει.

Το δράμα μας φανέρωσε
τη σάτιρα ελευθέρωσε
γιατί ήταν δικασμένη
μια ζωή λογοκριμένη.

Κάρολο οι φίλοι του ας τον πουν
μα εγώ τον λέω κύριε Κουν,
το ποτήρι τσούγκρισέ μου
στην υγειά σου κύριέ μου.

Ήταν ένα παιδί,
παιδί και στο μυαλό και στην ψυχή
μα είχε τέχνη ενός μεγάλου
και το αίσθημα του άλλου.

Και τώρα που είναι Αποκριά
και πανηγύρι και χαρά
βρήκε σώμα να αποθάνει
το παιχνίδι του να κάνει.

Αυτός που πέθανε προχθές
στην έσκασε και μη τον κλαις,
όποιος με το θαύμα ζήσει
δεν πεθαίνει, θα γυρίσει.

Για το "OXI"


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Είναι Φθινόπωρο, Φθινοπωράκι
λάμπω με το άστρο μου σαν προσκοπάκι
κι όπως ζυγώνει η επέτειος του "ΟΧΙ",
λέω ο Έλληνας γούστο που το `χει.

Όταν αντί να πατά τον πλαϊνό του
ξάφνου εκεί δα ξεπερνά τον εαυτό του
έτσι κι εγώ τους εχθρούς μου συγχωρνάω,
πλένομαι ντύνομαι και τραγουδάω.

Φίλοι παλιοί που τώρα δε μιλιόμαστε
κι όμως κρυφά πονούμε κι αγαπιόμαστε,
τι κρύβουν τα ρεφραίν μας και μαλώσαμε
πόσες γενιές παιδιών θα μεγαλώσαμε.

Πέφτει το σούρουπο πέφτουν τα φύλλα,
η Ελληνότητα έχει μια βίδα
κι αν στον εμφύλιο σερνόταν σαν δούλα
στην κατοχή ήταν λυμένη ψυχούλα.

Οι Αριστεροί μα και οι άλλοι επίσης
αντισταθήκαν, δεν φέρω αντιρρήσεις.
Τέλος τα μούντζωσαν, οικονομηθήκαν
και με τους δίσκους μας εξελιχθήκαν.

Φίλοι παλιοί που τώρα δε μιλιόμαστε
μία είναι η τέχνη που αφιερωνόμαστε
πλάι στους Ρωμιούς μας διάλεξε να ζήσουμε,
το άλλοθι της πόλης τους να υπερασπίσουμε.

Αχ, όταν παντρεύτηκα στην εκκλησία
μέρα του "ΟΧΙ" με δικτατορία,
είπα το "Ναι" σαν συνθέτης που ελπίζει
σ’ ό,τι απ’ αυτές τις γραμμές ξεχειλίζει.

Ζουν κι οι συνθέτες επίσημες φάσεις,
στάσεις, μυστήρια και παρελάσεις
και επιστρέφοντας οι ποιη ποιούνε,
τον Ελληνόκοσμο ψυχαγωγούνε.

Φίλοι παλιοί που τώρα δε μιλιόμαστε
κι όμως κρυφά πονούμε κι αγαπιόμαστε,
ό,τι απεδείχθη γέρικο δε γέρασε
ζει στο κοινό μας άσμα μας ξεπέρασε.

Για την Κύπρο - 1979


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ
δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
μόν’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις
και κάνα φράγκο στο κουτί που `ναι στην άκρη.

Δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ.

Δεν είν’ οικόπεδο που το καταπατούνε
ούτε και μούρλα εθνική που επιστρέφει
είναι η Κύπρος που οι εμπόροι τη μισούνε
και η ανάγκη μας που όνομα δεν έχει.

Κι αν λέω ψέματα κι αν λέω παραμύθια
κι η ζητιανιά τα δυο χεράκια μου στραβώνει
μην με μαλώνεις, μόνο δώσε μια βοήθεια
το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει.

Που Δύσην ως Ανατολήν τζι απού βορράν ως νότον,
τζι από τα πέρατα της γης τον κόσμο προσκαλώ τον.
Δώστε μου την ακρόαση για να σας τραουδήσω
τζι ούλλους σας μιάλους τζιε μιτσιούς εννά σας κλαμουρήσω.

Και γιατί, και γιατί δε μας το λες
μόνο βγαίνεις στον κόσμο
όλο κλάψες και ψευτιές.

Για τα παιδιά που `ναι στο κόμμα - 1979


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Έβγαλες ουρά και προβοσκίδα
κρύφτηκες πίσω από μια εφημερίδα
κάνεις πως διαβάζεις και δε μας χαιρετάς,
έβγαλες στο δέρμα σου ραβδώσεις
τρέχεις με ομάδες κι οργανώσεις
κι όλο το ρολογάκι σου κοιτάς.

Κι όμως μέσ’ στης κόλασης τις λαύρες,
μέσ’ σε δακρυγόνα και περίπολα και αύρες
λάμπεις σαν το πιο πολύτιμο ορυκτό,
ναι, σαν ασημένιο υψώνεσαι φτερό
τούτη τη στιγμή που σπάζεις τον κλοιό.

Λευκέ, γαλάζιε ποντικέ μου
που χρόνια τώρα σ’ αγαπώ
εκείνη τη φτερούγα σου άνοιξέ μου
κι άσε με λίγο να την δω.
Έλα, χωρίς πολιτικούρες
με το φτερό σου να πετάει
όχι στων μανιφέστων τις κλεισούρες
αλλά σε κείνο εκεί το μπαρ που ξενυχτάει.

Ξέρω, ήδη έχεις αντιρρήσεις,
μα ούτε εγώ σου λέω να χωρίσεις
λέω με δυο λόγια μόνο σ’ αγαπώ
λόγια ηθοποιού για τον αγώνα,
λόγια σαν βιολί σε αρραβώνα
μα ό,τι ως τώρα μάχεται λειψό.

Τώρα έχεις χρέη και πιστώσεις,
τρελαίνεσαι και για πολιτικές εκδόσεις
αύριο να δούμε ποια πόρτα θα χτυπάς
αφού κι αυτό το αύριο το αλάνι,
όργανο του κόμματος το έχεις κάνει
ποιον θα περιμένεις και ποιον θα τυραννάς.

Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη,
τι θα πάει να πει στην δικαιοσύνη
να το δικαστήριο υψώνεται από δω
όχι μοναχά για το στιλπνό σου το φτερό
αλλά και για την προβοσκίδα σου θαρρώ.

Γέρος για Ροκ, νέος για θάνατο - 1997


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Ian Scott Anderson

Κοίτα κοτσίδα ο γέρος
και σαν τη Σφίγγα ερμητικός
με το κρανίο στην αγκράφα

Μπύρες χτυπάει στη μπάρα
μες το σκοτάδι
έξω απ’ το μπαρ,
ο ήλιος ντάλα.

Τρελοπροφήτης κι από πάνω
σαν το τρελό του Άκη Πάνου
μόνο που αυτός ακούει Έλβις.

Ξώραφες τσέπες διπλά γαζιά
κι όλο το αίνιγμα
καλέ μου
που ‘χουν τα βρέφη του πολέμου.

Γέρος λοιπόν για το ροκ εν ρολ
και για τον θάνατο
παιδάκι αθώο ακόμα.

Πού πήγαν οι φίλοι;
άνοιξαν σπίτια
βγάλαν κι αμάξι με κουκούλα.

Πάντοτε ακούνε τα "μπλε καστόρια"
τι τραγούδι
απ’ τα ηχεία στην πισίνα.

Μα τα δικά τους
τα φορεμένα εκείνα
τα ‘χουν πετάξει στα σκουπίδια.

Σάββατα ταβέρνα,
στο τένις κλαμπ τις Κυριακές
κεφάλια μέσα τη Δευτέρα.

Γέροι λοιπόν για το ροκ εν ρολ
και για τον θάνατο
νέοι κι ανώριμοι κι αυτοί.

Τώρα για δες του γέρου
με μηχανή φουριόζα
μες στο λυκόφως να μουγκρίζει.

Πατάει διακόσια
τα φορτηγά κορνάρουν
ξένος αέρας αναβλύζει.

Αίμα γαλάζιο
φουλ μπριγιαντίνη
το ξωτικό που τραγουδούσα

Τρέχει και κλαίει για της ζωής
τη γλύκα
στο ραντεβού με τη νταλίκα.

Γέρος λοιπόν για το Rock & Roll
και για τον θάνατο
παιδάκι αιώνιο θα `ναι πάντα.

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη - 1979


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Δεκέμβρης του σαράντα τέσσερα
με μια μοτοσικλέτα του ΕΛΑΣ
η μάνα μου ετοιμόγεννη, γυρίζει ο θανατάς
Να η μαμή, ανασηκώνει το μανίκι
έτσι γεννήθηκα στην Σαλονίκη

Από τα χώματα και με το αεράκι
βλέπει το τραμ να έρχεται γραμμή
είναι κατάφωτο και στο σκαλοπατάκι
στέκει ο Τσιτσάνης μ’ ένα μικρό βιολί

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
μπροστά στην κλειδαρότρυπα σκυφτός
Κάστρα ανεμισμένα, καΐκια μέσ’ στο φως
Η προκυμαία, βεγγαλικά και χορωδίες
τζάμια, το πλήθος βλέπει οπτασίες

Τα χρόνια που εξαγόρασε για πάντα
η φαντασία του τα λέει παιδικά
και όπως μακραίνει του ορφανοτροφείου η μπάντα
μοιάζουν σαν να `ναι μελλοντικά

Κρυμμένος σαν παιδί και σαν δραπέτης
κάτω από την σκάλα που ακουμπάει το φως
στο ράδιο ο πατέρας αφουγκράζεται σκυφτός
Στριφογυρίζω, μια σημαιούλα μες στο κρύο
νύχτα και φέγγει το στρατοδικείο

Μέσα απ’ τον τοίχο που έσκασε η μπόμπα
βλέπει ένα σιντριβάνι από χρυσό
ο κόσμος λιώνει σαν δωμάτιο με σόμπα
κι οι δυο Ελλάδες σιγοπίνουν το πιοτό

Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ
στο υπόγειο νησί τους ταξίδεψα ως εδώ
με μια κρυφή, εκ γενετής αιμορραγία
Ελλάδα, γλώσσα τυφλή στην γεωγραφία
Ελλάδα, οικόπεδο και αποικία

Αν τον ρωτήσετε που βρήκε δεκανίκι
πώς λογαριάζει να βρει την άκρη δηλαδή
θα αποκριθεί: Γεννήθηκα στη Σαλονίκη
και ξέρω απ’ έξω την διαδρομή.

Βιετνάμ γιέ-γιέ - 1966


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι
πυρπόλησαν το ρύζι.
Στη Σαϊγκόν δεν μπόραες να ζήσεις,
δε σου `φτανε ο αέρας για να ζήσεις.

Τώρα, κρυμμένος στο ποτάμι, ανασαίνεις,
Φο Μι Τσιν, ανασαίνεις
με καλάμι.

Γιέ γιέ γιέ γιέ....

Ο καιρός θα `ταν όμορφος στο δάσος
θα `ταν όμορφος στο δάσος
αν δεν κουφαίνονταν τα φύλλα απ’ τον κρότο,
αν δεν πάγωνε ο ήλιος απ’ το κρότο.
Τα παιδιά αν δεν τρώγανε σκουπίδια,
τα αεροπλάνα αν δεν καίγανε καλύβια,

Γιέ γιέ γιέ γιέ....

Φο Μι Τσιν, τι θα `κανες αλήθεια
τι θα `κανες αλήθεια,
τα παιδιά αν δεν τρώγανε σκουπίδια,
τα αεροπλάνα αν δεν καίγανε καλύβια;
Α! το κορίτσι σου θα `παιρνες για βόλτα
χέρι χέρι,
στο δάσος για βολτίτσα χέρι χέρι.

Γιέ γιέ γιέ γιέ....

Αχαρνείς - 1977


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

(Διάλειμμα... Στείλε τον τραγουδιστή στο πόδι σου.)

Σε γιορτινό αγώνισμα παίζατε τις αμάδες
και δεν καταδεχόσασταν το κωμικό παιδί,
μα, τώρα, στον αγώνα νικούνε οι καρβουνάδες,
που έχουν στην μεριά τους
τον ίδιο τον ποιητή.

Ζεί τα ωραία πράγματα μ’ αίμα και με θυσίες,
προς το συμφέρον όλων σας και το κοινό καλό.
Δε θα σας πει παινέματα, δεν ξέρει κολακείες
και για την ευτυχία σας πληρώνει τον καιρό.

Μούσα καρβουναρού,
θράκα μου πυρωμένη,
σπιθίτσα φουντωμένη
μ’ αναπνοές τρελού.
Βαρδάρη που μιλά
σαν ψάρι φαγωμένο,
αχ, πολλαπλασιασμένο
και σαν καρβέλι να.

Έλα την Κυριακή
με το βαρύ σου τέμπο
κι οι δυο Σοφία Βέμπο
ακούγαμε εκεί.

(Ποιος μας γηροκομεί
τη σήμερον ημέρα,
ψηστιέρα, καρβουνιέρα,
μούσα δεκεμβριανή.
Πολέμησα καιρό
σε όλα τα πεδία
και με τυφλή μανία
ξέσκιζα τον εχθρό.
Τώρα με χειρουργεί
η αλλήθωρη νεολαία,
μια τσογλανοπαρέα,
που κάνει κριτική.)

Οι γέροι χωριστά,
οι νέοι άλλο πράμα.
Όποιος τους θέλει αντάμα
πληρώνει ακριβά.
Πρόστιμο μια ζωή
στην κλεψύδρα και στα εφετεία.
Είναι μια κοροϊδία,
σειρά του δικαστή.

Αυταπάτες - 1996


Στίχοι:  
Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική:  
Διονύσης Σαββόπουλος

Τι χαρά να ευτυχείς,
δίχως να το πληρώνεις,
ή να `σαι δίκαιος κι ευθύς,
μα δίχως να ζημιώνεις,
να `χεις πολλά τ’ αγαθά,
να `ναι άξιος ο μισθός σου,
δίχως να δώσεις τόσο δα,
από τον εαυτό σου.
Τι χαρά να ευτυχείς,
δίχως να το πληρώνεις.